Μια αριστοτελική θεώρηση - Vol. 4

Κατηγορία: 

Στο αφιέρωμα αυτό παρουσιάζεται μια σειρά θεμάτων που προκύπτουν από τα άρθρα της Κατερίνα Βασιλοπούλου-Σπίθα, η οποία σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά το πέρας των σπουδών της καλλιέργησε το ενδιαφέρον της στην τέχνη και τη φιλοσοφία με μία σειρά σεμιναρίων που παρακολούθησε σε Ελλάδα και εξωτερικό. Διδάσκει ashtanga yoga στη Zάκυνθο και έχει την τιμή και τη χαρά να μαθητεύει ως ασκούμενη στο πλευρό της Χριστίνας Καρυτινού. Ασκείται στον ζεν διαλογισμό και ενδιαφέρεται για τη σύζευξή του με την πρακτική της ashtanga yoga. Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής και ινδικής φιλοσοφίας συνιστά κεντρικό μέρος των αναζητήσεων και της μαθητείας της. 
 
[ έπειτα του Volume 3 (b) ]:
Με αφετηρία την αριστοτελική θεολογία: το samādhi ως “κοσμογονικό” γεγονός και ως ένα άλλο είδος “νόησης νοήσεως” 
 
H βασική απόκλιση των δύο θεωριών στον τρόπο προσδιορισμού του φαινομένου της πραγμάτωσης δεν περιορίζει ωστόσο τη σπουδαιότητα αυτής της πραγμάτευσης. Έτσι, πέρα από την εναργέστερη κατανόηση των τελεολογικών συνιστωσών του samādhi, η αριστοτελική φιλοσοφία μας προσφέρει ένα πεδίο διερεύνησης μιας ακόμα πτυχής του· αυτή αφορά τον ρόλο του ως το σημείο, κατά το οποίο η ύπαρξη θεάται ως μέρος της οργανωτικής δομής και λειτουργίας του σύμπαντος, απαρχή και ορίζουσα αρχή του οποίου είναι ο Θεός.
 
Στην αριστοτελική θεολογία, η έννοια του Θεού ορίζεται ως το “πρώτο κινούν ακίνητο”, εκείνο δηλαδή που κινεί αλλά δεν κινείται. Έτσι, αν και είναι η αρχή της κίνησης κάθε πράγματος, ο ίδιος, ως Όν αναγκαίο, απόλυτο και ελεύθερο από τα δεσμά της ύλης, παραμένει αιώνιος και αμετάβλητος.
 
Αντίστοιχα, στις σούτρες Ι.24-Ι.26, ο Πατάντζαλι περιγράφει τον Θεό ως μια ειδική ψυχή (vishesha purusha), παντογνώστη, κυρίαρχο, αέναα ελεύθερο από τα δεσμά της ύλης και τις συμβάσεις του τόπου, χώρου ή χρόνου. Παρά τις διαφορετικές της καταβολές, η αντίληψη για τον Θεό ως η πρώτη αρχή και ουσία στον Αριστοτέλη και ως μια αιώνια ελεύθερη  ψυχή στον Πατάντζαλι δεν συνεπάγονται την απομόνωση του ανθρώπου από τον Θεό αλλά τουναντίον τη μεταξύ τους σύνδεση.
 
Έτσι, στον Πατάντζαλι ο άνθρωπος (jivatman) εμπνέεται από την ελευθερία του Θεού (ishvara) για τη συνειδητοποίηση της αέναα ελεύθερης ψυχής του (purusha), η οποία συνιστά τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ στον Αριστοτέλη ο θεϊκός νους θεωρείται ότι μετέχει της ανθρώπινης σκέψης.
 
Πρόκειται για μία άποψη που βασίζεται στη διάκριση του νου στο Περί Ψυχής ΙΙΙ σε παθητικό και ποιητικό νου, σύμφωνα με την οποία ο ποιητικός νους, όντας αθάνατος και αμετάβλητος, ταυτίζεται με τον θεϊκό νου που βρίσκεται στην ψυχή κάθε ανθρώπου και λειτουργεί έτσι ως γέφυρα που ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό και κατ’ επέκταση τον κόσμο της φθοράς με τον κόσμο τον αιώνιο και αναλλοίωτο.
 
Με ενδιαφέρον μπορούμε συνεπώς να διαπιστώσουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις το θεϊκό στοιχείο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς ενυπάρχει σε αυτή είτε ως νους (ποιητικός νους) είτε ως ουσία (ατομική ψυχή). Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, ο Πατάντζαλι στη σούτρα ΙΙ.45 καλεί τον γιόγκι να γίνει κοινωνός του θείου μέσω της πλήρης παράδοσής του στον Θεό (ishvara pranidhana). Αυτή οριοθετείται και ως η στιγμή κορύφωσης του samādhi που, ως εκ τούτου, αποκτά μια κοσμογονική διάσταση, αφού σηματοδοτεί την πνευματική σύνδεση του γιόγκι με τον Θεό αλλά και με την ιδιότητα του ίδιου ως πνεύμα (purusha) και δομικό στοιχείο του σύμπαντος.
 
Υπό αυτό το πλαίσιο, η επίτευξη του samādhi  αποτελεί απόδειξη της εγγενούς ικανότητας του γιόγκι να νοήσει τον εαυτό του ως Εαυτό και να αυτο-ολοκληρωθεί,  εγκαταλείποντας έτσι την ανθρώπινη, φθαρτή του υπόσταση.  Στη φάση αυτή του samādhi, κατά την οποία η αυτεπίγνωση έχει χαθεί, καθώς το αντικείμενο του διαλογισμού ενοποιείται με το υποκείμενο του διαλογισμού (τον διαλογιζόμενο) (σούτρα ΙΙΙ.3), δεσπόζουσα είναι η παρουσία μόνο του Εαυτού, της ψυχής.
 
Σε μια τέτοια δυνατότητα αυτοθεώρησης που προκύπτει ως αποτέλεσμα της ταύτισης της ουσίας και του αντικειμένου της αναφέρεται ο Αριστοτέλης στο έργο του Μετά τά Φυσικά (Βιβλίο Λ) με τον όρο “νόησις νοήσεως”, όταν περιγράφει τον Θεό ως νου που υπάρχει για να νοεί αδιαλείπτως και αποκλειστικά τον εαυτό του.
 
Στο επίπεδο του πρώτου (θεϊκού) νου μπορεί να φτάσει, όπως υποστηρίζει, και ο ανθρώπινος νους, αλλά μόνο κάποιες στιγμές, μιας και διαφέρει ως ουσία από αυτόν. Υπό το φως της παρούσας πραγμάτευσης, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την εμπειρία του samādhi ως ένα άλλο είδος “νόησης νοήσεως”, μια διαφορετική μορφή αυτονόησης ασκούμενη από τον άνθρωπο – και όχι από τον Θεό κατά την αριστοτελική θεωρία – που δεν νοεί με την έννοια της διανοητικής λειτουργίας αλλά της βιωματικής εμπειρίας.
 
Και τι άλλο αλήθεια είναι από ένα στάδιο, κατά το οποίο η ψυχή μπορεί να “νοεί” ολοκληρωτικά και μόνο την ψυχή;
 
.

Σχετικά Άρθρα