
Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική. Ο ύπνος δεν φαίνεται να αποδίδει σε δόσεις. Αντιθέτως, οι έως τώρα μελέτες δείχνουν ότι η υποκατάσταση με σύντομες σιέστες του συνεχούς οκτάωρου ύπνου που χρειάζονται οι περισσότεροι από εμάς, δημιουργεί σοβαρό έλλειμμα ύπνου, λέει ο δρ Ντάνιελ Μπάισε, ειδικός σε θέματα ύπνου και καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ.
Ο δρ Μπάισε και οι συνεργάτες του έκαναν μία μελάτη στην οποίο ομάδα εθελοντών ενάλλασσε 30 λεπτά ύπνου με 60 λεπτά αγρυπνίας επί 2,5 συνεχόμενες ημέρες. Παρότι οι εθελοντές πίστευαν ότι είχαν τον ύπνο «στο τσεπάκι» τους και μπορούσαν να αποκοιμηθούν ανά πάσαν στιγμή, κατέληξαν «διαλυμένοι» από την κούραση, διότι στην πραγματικότητα αδυνατούσαν να αποκοιμηθούν εξίσου γρήγορα και βαθιά το μεσημέρι σε σύγκριση με το βράδυ.
«Το βιολογικό μας ρολόι δεν μας επιτρέπει να κοιμόμαστε εξίσου καλά την ημέρα με τη νύχτα», λέει ο δρ Μπάισε. «Με άλλα λόγια, ο ύπνος δεν είναι πάντοτε εξίσου ποιοτικός και ωφέλιμος».
Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί οι εργαζόμενοι σε νυχτερινές βάρδιες κατά μέσον όρο κοιμούνται λιγότερο απ’ όσοι οι άνθρωποι που εργάζονται μόνο ημέρα, καθώς και γιατί οι εργαζόμενοι τη νύχτα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν χρόνια προβλήματα υγείας, πρόσθεσε.
Παρ’ όλα αυτά, πάντοτε είναι καλή ιδέα να προσπαθεί κανείς να αναπληρώσει τον χαμένο ύπνο, ανεξαρτήτως της ώρας της ημέρας. Γι’ αυτό και η μεσημεριανή σιέστα εξακολουθεί να παραμένει μία άριστη συνήθεια.









